Новогреческий словарь
διχοτομούσα
διχοτομούσα
η мат.
биссектриса
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
биссектриса
? —
διχοτομούσα
как с
(ново)греческого
переводится слово
διχοτομούσα
? — биссектриса
#
(ново)греческий словарь
—
άσκεπος
—
δίστιχος
—
θαλερότητα
—
οχτακοσιοστός
—
φαγγρίζω
—
εξοιδούμαι
—
πολυμορφισμός
—
πυρηνέλαιο
—
νύχτωμα
—
αφλούδιαστος
—
εβδομηκονταετής
—
γειτονεύω
—
κράσος
—
απόζερβα
—
υποσκάπτω
—
ξοδεύω
—
εφοδεύω
—
βεγονία
—
αγιοταφίτισσα
—
εξατμιστήρ
—
ανασκουμπώνομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,