Новогреческий словарь
χλωροφορμιούχος
χλωροφορμιούχ|ος
содержащий хлороформ
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
содержащий хлороформ
? —
χλωροφορμιούχος
как с
(ново)греческого
переводится слово
χλωροφορμιούχος
? — содержащий хлороформ
#
(ново)греческий словарь
—
λιγουλάκι
—
στοματορραγία
—
θεολογικός
—
μεγαλοστομία
—
πιονιέρος
—
βατήρας
—
φυσιογνώμων
—
εδεσματοθήκη
—
ρεβάνς
—
μεθυσιό
—
προσκόπτω
—
αντικτύπημα
—
καταπίεση
—
ζεματάω
—
τριτεξάδελφος
—
απαράπειστος
—
υποδιδάσκαλος
—
εμετός
—
αρμοστής
—
κουτσομπόλεμα
—
κιονοστοιχία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,