Новогреческий словарь
αμυνόμενος
αμυνόμενος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αμυνόμενος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πολύπαθης
—
μεταχειρισμός
—
αποπίσο
—
οροδότηση
—
πασιφιστής
—
λαγαρός
—
ακατάδεχτος
—
απλειστηρίαστος
—
κωλαράς
—
καταριέμαι
—
βαρύς
—
σκλαβώνω
—
μάταιος
—
ξεκόλλημα
—
πλια
—
παιδεμός
—
λογιωτατισμός
—
πλήγιασμα
—
υποψιάζω
—
κλαδευτής
—
χιονισμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,