Новогреческий словарь
γεωπονικός
γεωπονικός
агрономический, агротехнический
;
ανωτάτη (μέση) ~ή σχολή — сельскохозяйственный институт (техникум)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
агрономический
? —
γεωπονικός
как на
(ново)греческом
будет слово
агротехнический
? —
γεωπονικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
γεωπονικός
? — агрономический, агротехнический
#
(ново)греческий словарь
—
σεφέρι
—
αρχοντικο
—
ανοικοδόμητος
—
κοοφόνους
—
φευκτός
—
αντιάρμα
—
καταπατά
—
ξέπλεκος
—
απερίσπαστος
—
παραλογιάζω
—
μηναίον
—
αιμοκαλλιέργεια
—
γερεύω
—
ηρωϊκός
—
βατί
—
ποικιλόχρους
—
στενόστομος
—
ζωηρότητα
—
μεταθέσιμος
—
χαοτικό
—
Πολωνέζα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,