Новогреческий словарь
ειπείν
ειπείν
:
κυρίως ~ — собственно говоря
;
ούτως ~ — так сказать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ειπείν
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πυρολατρεία
—
νέμομαι
—
αναλκής
—
γουρσουζιά
—
ελαφριές
—
ελάφρωση
—
λαπαροτομία
—
αργότερο
—
ανωνυμογραφία
—
καταιγισμός
—
λιποταξία
—
κράσος
—
γλίστρημα
—
αστιγματικός
—
αμύρωτος
—
αλλόπιστος
—
πρωτομαθαίνω
—
γιαράς
—
εφήμερο
—
υπερώο
—
κληδονίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,