Новогреческий словарь
χεροβολιάζω
χεροβολιάζω
вязать в снопы
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вязать в снопы
? —
χεροβολιάζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
χεροβολιάζω
? — вязать в снопы
#
(ново)греческий словарь
—
παραφορά
—
καλιμπράρισμα
—
καυσόξυλο
—
μπεκιάρισσα
—
λαθεύω
—
μασουρίζω
—
πάρεδρος
—
άψαχτος
—
ζωούλα
—
μοιροκρατικός
—
μεσάντρα
—
ευρύνω
—
αποστρογγυλώνω
—
λαζούλιθος
—
διαρρήκτης
—
αιδοίο
—
αναφυσητό
—
αξεθύμαστος
—
άγαλμα
—
διεκπνοή
—
απαλυντικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,