Новогреческий словарь
βίζα
βίζα
η
виза
;
~ εισόδου — виза на въезд
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
виза
? —
βίζα
как с
(ново)греческого
переводится слово
βίζα
? — виза
#
(ново)греческий словарь
—
κατάφρακτο
—
προσβλητικός
—
διπλοκαθίζω
—
λύσσιασμα
—
ταλαιπωρία
—
ταίς
—
δεσποτισμός
—
γλυκοκοίμισμα
—
αραμάθα
—
ανατομικός
—
αχρησιμοποίητος
—
υψίφωνος
—
περιποιητικός
—
ζήτρα
—
απύλωτος
—
κοντράλτα
—
αυτοπρογραμματικός
—
ουράλιος
—
συμπιεστικός
—
κλωσμός
—
τεμαχίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,