Новогреческий словарь
ζωγρώ
ζωγρώ
уст.
захватывать в плен
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
захватывать в плен
? —
ζωγρώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
ζωγρώ
? — захватывать в плен
#
(ново)греческий словарь
—
ελαιοβαφής
—
απεμπολήση
—
τεντοποιία
—
περιχαρής
—
γαλατοβούτυρο
—
αποβίβασμός
—
γελοιογραφώ
—
οργάνωση
—
αντικαταναλωτισμός
—
καμουτσίκι
—
στερεύομαι
—
θεολογία
—
αχρήστωση
—
ανυπαρξία
—
εντεροειδής
—
δίπλα
—
κατουρλού
—
αναδάσωση
—
ηχογραφώ
—
ασάλιωτος
—
λατικόν
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,