Новогреческий словарь
ηγμένος
ηγμέν|ος
:
εύ ~ — хорошо воспитанный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ηγμένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ατζαμοσύνη
—
γνώμονας
—
αξονομετρικός
—
φεγγαρόλουστος
—
συμπαραβάλλω
—
ιχνογραφνκή
—
Ποσειδώνας
—
ξυπολησιά
—
γογγύζω
—
νοολογία
—
καλοθυμάμαι
—
κίνηση
—
στρατηλάτης
—
μισοψημένος
—
κλαράκι
—
διακλαδωτικός
—
εξαερίζω
—
αποτρόπαιος
—
ακάλυπτος
—
φέστα
—
ξενύχτης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,