Новогреческий словарь
αυθυπνωτιομός
αυθυπνωτιομός
ο
самовнушение, самогипноз
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
самовнушение
? —
αυθυπνωτιομός
как на
(ново)греческом
будет слово
самогипноз
? —
αυθυπνωτιομός
как с
(ново)греческого
переводится слово
αυθυπνωτιομός
? — самовнушение, самогипноз
#
(ново)греческий словарь
—
προμηθεύτρια
—
αναγωγέας
—
ξέρραμμα
—
ξεκοίλιασμα
—
χαραμοφάγα
—
υπερατλαντικός
—
ίλαρχος
—
εγκόλπιο
—
σογχωρητός
—
απόμερο
—
λίπος
—
πυροβολητής
—
γουρλωτός
—
αμοιβάδα
—
πυροπαθής
—
υαλοκρύσταλλος
—
τράπεζα
—
αρωματώδης
—
αζωογόνητος
—
τούβλο
—
κατάπηγμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,