ναυαγισμένος

формы словаβ
ναυαγισμένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ναυαγισμένος? —


επικρέμασηεπιορκίαεπενδυτήςμάνταλοαποκοχλιώνωαλοπλαγκτόνδεντρικόςισοζυγήςπεντάχρονοςπαρωνύμιοναδιάπλαστοςαπευκταίονδιαδοκίςνταβάνικωλυσιεργείαρωσιστίδυσαρμονίαάρδηνανοιγοσφαλώαχυρόπλινθοςανεκεφαλιά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit