αιωνίως

формы словаβ
αιωνίως
m ti asxoliese?


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αιωνίως? —


σισύραμώλωψασχολίαστοςχλωροσταφιδίτηςβαλςβεβαιότηταάφκιαστοςαδιάστικτοςαντισυλληπτικόσεισμόπληκτοςεσπερινόςκαλούδιαπρόσοψηβικτώριαψωριασμένοςχασματώδηςαφαιρετόςσυμβατικότηταξεσαβουρώνωπερίγραπτοςιδιαίτερος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit