οδογέφυρα

формы словаβ
οδογέφυρα
η виадук;
          ~ σέ σταυροδρόμι — путепровод



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово виадук? — οδογέφυρα
как с (ново)греческого переводится слово οδογέφυρα? — виадук


μοσκομπίζελοκατάψυξηαγάληνοςελληνολάτρηςσυννεφιάστουπέτσιΚρασομηνάςδημοσίανοματίζωδιακινώταπητουργείονπορφυρίζωδεκοχτούραΑνατολίτηςδευτεριάτικαουρμπανισμόςκερώνωφρυγείοξενοκίνητοςεγγυώμαιγλωσσοκοπάω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit