Новогреческий словарь
οργανογενετικός
οργανογενετικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
οργανογενετικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
λιμπρεττίστας
—
κελαρύζω
—
λεπτοκαρυέλαιον
—
ασπάζομαι
—
εξέχων
—
συριστικός
—
εμπαίνω
—
φωτόφοβος
—
μαντρισμένος
—
αμυγδαλομάτα
—
παραλόγιασμα
—
ασπρούλης
—
εχιδνισμός
—
καύχημα
—
ξιδερά
—
συρρικνούμενος
—
συρματουργείο
—
πονόδοντος
—
εμπίπτω
—
γλωσσιάζω
—
καθαγιασμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,