κονφερασιέ

формы словаβ
κονφερασιέ



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κονφερασιέ? —


σεντεφένιοςεξάρτισηαμαυρωμένοςτεσσερισήμισιμέγαςκουμάσιαυτοματικήἀναλωθείςακτινογραφικόςσέρζσυναλοιφήδιακινδυνεύωμικροσκοπίαοικουμενικότηςαπειλητικόςαστειολογίαεκθειασμόςφύτραυπερήφανατούρκαασυζητητί




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit