ερπυστριοφόρ|ος

формы словаβ
ερπυστριοφόρ|ος
гусеничный;
          ~ον όχημα — гусеничная машина



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово гусеничный? — ερπυστριοφόρος
как с (ново)греческого переводится слово ερπυστριοφόρος? — гусеничный


χλωρικόςάξαφναμπαλλωτιάανεπηρέαστοςψυχογράφοςανάσπαστοςτριφωφοσφορικόςγνωμιάρηςμαντάρισμααδιάστρεπτοςαπόφθεγμαζυμώνομαιπενηντάρικοςτεσσαράκοντααμμάτισμαπροτεκτοράτουποκλοπήσόρβοςμετρητικόςκαταψυγμένοςνιά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit