Новогреческий словарь
ετερόστομος
ετερόστομ|ος
заострённый с одной стороны
(о режущих инструментах)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
заострённый с одной стороны
? —
ετερόστομος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ετερόστομος
? — заострённый с одной стороны
#
(ново)греческий словарь
—
αναμφιβόλος
—
αερογέφυρα
—
καμωματαράς
—
ευαλλοίωτος
—
δαμάλα
—
τριπλασιάζω
—
κακογερόνω
—
καπλαμάς
—
ανθρωπολογικά
—
γηράματα
—
θεοτούμπης
—
αχρησιμοποίητος
—
αυτοκρίνομαι
—
ασκλάβωτος
—
μαθημένος
—
δυϊκός
—
χιλιάζω
—
κομπλέ
—
κυματισμός
—
δικαιολογητικά
—
διαμαγνητικότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,