Новогреческий словарь
σταφιδάμπελος
σταφιδάμπελ|ος
η 1)
коринка
(лоза);
2)
плантация коринки
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
коринка
? —
σταφιδάμπελος
как на
(ново)греческом
будет слово
плантация коринки
? —
σταφιδάμπελος
как с
(ново)греческого
переводится слово
σταφιδάμπελος
? — коринка, плантация коринки
#
(ново)греческий словарь
—
ιταλιωτικός
—
τσαουλιά
—
στηθοσκοπικός
—
λουτρατζισσα
—
βαρηκοΐα
—
λαφυραγώγηση
—
φακορυζόσουπα
—
έμπληκτος
—
θήλασμα
—
μεθοδισμός
—
κατωσάγονο
—
εκβιομηχάνισμός
—
ψαροδόλι
—
μαχμουρλής
—
δυσεπίτευκτος
—
κλήρωση
—
πανηγυρικά
—
νεοσύλλεκτος
—
στείρωση
—
φυτοβιολογία
—
βιβλιαγορά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,