σκουπιδιάρης

формы словаβ
σκουπιδιάρης
ο 1) дворник;
2) мусорщик



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово дворник? — σκουπιδιάρης
как на (ново)греческом будет слово мусорщик? — σκουπιδιάρης
как с (ново)греческого переводится слово σκουπιδιάρης? — дворник, мусорщик


παγόπληκτοςκολυμβήθραπαραλογίζομαιηλεκτροστατικήδιπυρίτηςψυχοπαραδέρνωσυναγωνιστικόςεμποροκαπετάνιοςνησιωτικόςασβεστόχρισηθρομβώδηςαναδομώγλαφυρότητακνησμονόςπαραθυράκιεκφράζομαιμπαλιάξεφουσκώνωφιλάρεσκοςφρεατωρύχοςαίσκιωτος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit