Новогреческий словарь
επιπλώνω
επιπλώνω
меблировать, обставлять
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
меблировать
? —
επιπλώνω
как на
(ново)греческом
будет слово
обставлять
? —
επιπλώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
επιπλώνω
? — меблировать, обставлять
#
(ново)греческий словарь
—
δίμορφος
—
τυφλότητα
—
αναγελάστρα
—
χλεύασμα
—
κατακτητής
—
απάλευτος
—
δρόσος
—
ελόγου μου
—
διαλυτικός
—
τουλίπη
—
γλωσσοδέρνω
—
δευτεραγωνιστής
—
πασσαλόκτιστος
—
ανεπίχριστος
—
αλληλοδιάδοχος
—
μετρονομικός
—
επίδρομος
—
γραῒδιο
—
σχεδιαστήριο
—
αθέσπιστος
—
κατακερματισμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,