Новогреческий словарь
δίμιτο
δίμιτο
το
плотная ткань
(идущая на одежду и одеяла)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
плотная ткань
? —
δίμιτο
как с
(ново)греческого
переводится слово
δίμιτο
? — плотная ткань
#
(ново)греческий словарь
—
πριονοταινία
—
σαγματοποιία
—
εκπλειστηριάζω
—
συνεργάσιμος
—
αποστρατιωτικοποιώ
—
ιατροδικαστής
—
πισσοτήρας
—
αντινευρωτικός
—
κλίμα
—
προίκα
—
φωτοφόρον
—
αγρεύσιμος
—
δαγκασιά
—
ανθρωπάκι
—
κατασχέτης
—
αγκάλη
—
κρεμάμενος
—
μάντρεμα
—
αγόρευση
—
γλωσσαρού
—
γιουβετσάκι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,