συνοδικώς

формы словаβ
συνοδικώς



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συνοδικώς? —


κομπορρημοσύνηεπίβουλοςφθαρμένοςπαραβράζωαραχιδικόςαναστήνωζωοποίησηπλινθοστρώνωκλειστοφοβικόςακατάκλυστοςκατασυκοφαντώυαλογραφικόςαττικίζωνμάσκουλοκομμούναεύστροφοςελλαδίτικοςαλυτρωτισμόςνησαίοςχαρτοδέσιμοευμετακόμιστος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit