Новогреческий словарь
παπα-
παπα-
(частица, прибавляемая к имени священника)
отец
;
~-Γιώργης — [phrase]отец Георгий[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
отец
? —
παπα-
как с
(ново)греческого
переводится слово
παπα-
? — отец
#
(ново)греческий словарь
—
φύσημα
—
μπερδεψιάρης
—
ραχατεύω
—
αποβύζι
—
προσυλλαμβάνω
—
βιβλιοπαραγωγή
—
μισοανοιχτός
—
μούχτι
—
χηνοτροφία
—
δακτυλικά
—
αδελφομίκτις
—
ξέσκασμα
—
βραχυκύκλωμα
—
ελλειψοειδής
—
τρωγλοδυτώ
—
κακοπερνώ
—
κοκκαλιάζω
—
εργαλειομηχανή
—
παραγγελιοδοχικός
—
εξέρρηξα
—
μουσικοθεραπεία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,