Новогреческий словарь
δρωπικιάρης
δρωπικιάρης
страдающий водянкой
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
страдающий водянкой
? —
δρωπικιάρης
как с
(ново)греческого
переводится слово
δρωπικιάρης
? — страдающий водянкой
#
(ново)греческий словарь
—
μαγευτής
—
καταγραφικός
—
υδροφόιλ
—
κεκτημένος
—
περκνιάρης
—
ξηραντικός
—
καταγάλανος
—
ποδηλατάδικο
—
ξεγελώ
—
συμφιλιώνω
—
εγκοίλια
—
ανατάραξη
—
αντσα
—
επιμελήτρια
—
μεθοδικώς
—
γυμνασιαρχεύω
—
χρησιμοποίηση
—
πλύσιμο
—
γκομπίλας
—
νιτρικός
—
μετερίζι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,