Новогреческий словарь
διπλωματούχος
διπλωματούχ|ος
дипломированный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дипломированный
? —
διπλωματούχος
как с
(ново)греческого
переводится слово
διπλωματούχος
? — дипломированный
#
(ново)греческий словарь
—
σακί
—
κατεβάζω
—
ακρεοφάγος
—
σιγά
—
επίπλους
—
παρατρεχάμενος
—
ακαταχώριστος
—
ξυλοχέρης
—
χουζουρλίκι
—
ξενυχτώ
—
τυράς
—
ετησίαι
—
γλίδα
—
επιπλαρισμένος
—
αλαζόνευμα
—
πρελούντιο
—
καμουφλάρω
—
ποδήλατο
—
τζάκι
—
στειρωτικός
—
επεπάγην
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,