Новогреческий словарь
προκεχωρημένος
προκεχωρημέν|ος
передовой, головной
;
~ον κλιμάκιον — первый эшелон
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
передовой
? —
προκεχωρημένος
как на
(ново)греческом
будет слово
головной
? —
προκεχωρημένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
προκεχωρημένος
? — передовой, головной
#
(ново)греческий словарь
—
υπανδρεύω
—
μάστορας
—
κατάστιξη
—
ακτινοβόλος
—
αυτόβαπτος
—
ιχθυέλαιον
—
συρματένιος
—
λαβείν
—
βαρελοσανίδα
—
παννικά
—
βούλιγμα
—
βουρκονέρι
—
ανάκουστος
—
γιουρούσι
—
υπερισχύω
—
αλύμαντος
—
μεταποιώ
—
συνταξιούχος
—
παραγκωνίζομαι
—
συμπλέκομαι
—
παρενθετικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,