συμπυκνωμέν|ος

формы словаβ
συμπυκνωμέν|ος
сгущённый;
          ~ο γάλα — сгущённое молоко



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово сгущённый? — συμπυκνωμένος
как с (ново)греческого переводится слово συμπυκνωμένος? — сгущённый


καταπιστεύωυποδιαστολήπεριβεβλημένοςονοχοκόπτηςνοερόςπόντοςλαθροϋλοτόμοςαγχίνουςανηλικιότητααποκόβωχρυσοκόλλησηπατέραςτριγυρίστραολοχρονήςνερόκρασοαντιπαραβάλλομαιραδιο-αποσέλλωμαβλαχομπαρόκπαιωνίαχοιράδωση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit