Новогреческий словарь
ερυθροπρόσωπος
ερυθροπρόσωπ|ος
краснолицый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
краснолицый
? —
ερυθροπρόσωπος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ερυθροπρόσωπος
? — краснолицый
#
(ново)греческий словарь
—
τρίχωμα
—
ορογραφικός
—
οδοντογλυφίδα
—
περίτρομος
—
ανόητος
—
απευθισμένο
—
αποτελειωτικός
—
αγριάμπελο
—
πυριόβολο
—
σπαθοφόρος
—
πίσω
—
ερεικοειδής
—
βραδυσφυγμία
—
μπανιέρα
—
διαμορφωτήρας
—
καταπατώ
—
εκσλαυισμός
—
τριπλός
—
ακορόϊδευτος
—
μετροφωτογραφία
—
συνοφρύωμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,