Новогреческий словарь
ταχυγραφία
ταχυγραφία
η 1)
скоропись
;
2)
стенография
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
скоропись
? —
ταχυγραφία
как на
(ново)греческом
будет слово
стенография
? —
ταχυγραφία
как с
(ново)греческого
переводится слово
ταχυγραφία
? — скоропись, стенография
#
(ново)греческий словарь
—
βελόνη
—
καταληψία
—
σουπέρνω
—
θαοματουργός
—
κατάψυχρος
—
λαμνοκωπώ
—
παραΰστερα
—
μπλάστρωμα
—
ημιαποικιακός
—
σκευωρώ
—
παράβλαστο
—
βλένα
—
πνεματικός
—
αγουρίδι
—
αντεροβγάλτης
—
παρατυχών
—
αλυσίδα
—
απροθυμοποίητος
—
τροχιοδρομικός
—
ανατρέφομαι
—
δακτυλοδεικτώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,