Новогреческий словарь
τάς-κεμπάπ
τάς-κεμπάπ
«
таскебаб
» (жареное мясо с луком)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
таскебаб
? —
τάς-κεμπάπ
как с
(ново)греческого
переводится слово
τάς-κεμπάπ
? — таскебаб
#
(ново)греческий словарь
—
φάντες
—
αραπόσταρο
—
τιμωρητικός
—
αυτογνωσία
—
επιβεβαιώ
—
προβολικός
—
ανυφαντό
—
μισοανοιγμένος
—
συναλλαγή
—
άπαθος
—
τσινώ
—
αυτοσχεδίασμα
—
συγκυβερνώ
—
θαυματουργός
—
βαρκάρης
—
φακελωμένος
—
κρυψάνα
—
κανών
—
αναδιπλώνω
—
γλυκοσφίγγω
—
αιχμαλωτίζομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,