θύρωμα

формы словаβ
θύρωμα
το рама (оконная, дверная)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово рама? — θύρωμα
как с (ново)греческого переводится слово θύρωμα? — рама


ιχθυογραφίατοπίοαξιώνομαιανταγιάντιστοςμονόπραχτοπολιτικοοικονομικόςνώταΚαλαμάτααξύπνητοςαντροδίαιτοςπυοδερμίααμετάτρεπτοςαλατοπήγιοηχώεκτασίμετρονονειροπόλησηθεόφτωχοςλουλούδιασμακοντοστέκομαιμεγαλοεπιχειρηματικόςοπισθόβουλος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit