Новогреческий словарь
θερμαντικότητα
θερμαντικότητα
η 1)
теплотворность
;
2)
калорийность
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
теплотворность
? —
θερμαντικότητα
как на
(ново)греческом
будет слово
калорийность
? —
θερμαντικότητα
как с
(ново)греческого
переводится слово
θερμαντικότητα
? — теплотворность, калорийность
#
(ново)греческий словарь
—
προπομπός
—
φορτόω
—
πολυκήριον
—
εκφασισμός
—
ωρίμασμα
—
αυλάρχης
—
μέτοικος
—
θήρα
—
στεγάσιμος
—
κινάρα
—
ξεγδέρνω
—
προδιατεθειμένος
—
διαζύγιο
—
διπλομανταλώνω
—
αρθρώνω
—
επανορθώσιμος
—
σφυριχτός
—
εξυπνότερος
—
ενοικιαστήριο
—
αλλοπαθητικά
—
στρατηγία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,