Новогреческий словарь
επιπροσθέτω
επιπροσθέτω
(αόρ. επιπροσέθεσα и επιπροσέθηκα)
добавлять, прибавлять
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
добавлять
? —
επιπροσθέτω
как на
(ново)греческом
будет слово
прибавлять
? —
επιπροσθέτω
как с
(ново)греческого
переводится слово
επιπροσθέτω
? — добавлять, прибавлять
#
(ново)греческий словарь
—
βιβλιοπώλης
—
μελίτωμα
—
επηγκενίς
—
πουλάδα
—
οδοστρωτήρας
—
μαρμαρυγίας
—
ορθογραφικός
—
παράς
—
διπλομανταλώνω
—
αρχιτεχνίτισσα
—
υδρώπικας
—
δεντροκαλλιέργεια
—
εύψυχος
—
ευχαριστημένος
—
γωνιογνώμωνας
—
πιστοδότης
—
διασκορπιστός
—
σφένδαμνος
—
ογδοηκοστός
—
μόσχευση
—
ρετζέλι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,