κεκαλυμμένα

формы словаβ
κεκαλυμμένα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κεκαλυμμένα? —


αποσυνάπτωκαλωσορίζωχηνήσιοςπροσεταιρίζομαιημιόλιοςάπανταβικίοανύσταχτοςζαρτινιεραΘεοδώραπυγμαχώχορδιστήςυπερθεματισμόςπουκαμίσαςχρεοκοπώπροαγγέλλωχλιμάρατσαγερίασυναγώγιονερωτοδιωματόρηςκαλόγουστος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit