Новогреческий словарь
αστηθος
αστηθ|ος
с неразвитой грудью
(о женщине)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
с неразвитой грудью
? —
αστηθος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αστηθος
? — с неразвитой грудью
#
(ново)греческий словарь
—
κονιοποίηση
—
αντικομμουνισμός
—
μάγκιπος
—
επαργίλλωση
—
ετερομερής
—
επεκτείνω
—
σπαράζω
—
κακόφτειαχτος
—
αλεξίφλογο
—
ολοσκόρπιστος
—
ψαριέρα
—
καταρρέων
—
γραφομαντεία
—
πολύπραγος
—
χαρίζω
—
αχεραποθήκη
—
κάγκελλο
—
ανισομερώς
—
παρεπίτροπος
—
ών
—
ενημερωτικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,