διαμπερ|ής

формы словаβ
διαμπερ|ής
сквозной;
          ~ οπή — сквозное отверстие;
          τραβμα ~ές — сквозная рапа



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово сквозной? — διαμπερής
как с (ново)греческого переводится слово διαμπερής? — сквозной


χρυσούχοςταπητουργείομισοανοιχτόςετεροδημότηςοκάβρυσούλααλαγάριστοςεξέπεσαγελάστριααβουλησίαβραχοτόπικακόβουλαγλυκομεθάωΕνετίαθελκτικότηταυποδοχεύςσκατοφάγοςπέρκωμαΡουμάνοςρουμελιώτικοςλατρεύω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit