Новогреческий словарь
εξεβλάστησα
εξεβλάστησα
αόρ. от εκβλαστάνω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εξεβλάστησα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
δαιμονολατρία
—
παντρολογώ
—
συγκόλλημα
—
τότε
—
ταμπουρώνω
—
ανδρωνύμιο
—
αποπλανήτρα
—
αρμολογώ
—
πεντόζη
—
αρχειοφύλακας
—
στρίφω
—
ανεμιστήρας
—
λινοβάμβακος
—
ενσπείρω
—
κηδεστής
—
αυτομόληση
—
λύρα
—
καλάμινος
—
κλοτσάω
—
πολυξοδίαστής
—
διανθής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,