Новогреческий словарь
επιδοκιμασία
επιδοκιμασία
η
одобрение
;
έχω τήν ~ — встречать одобрение
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
одобрение
? —
επιδοκιμασία
как с
(ново)греческого
переводится слово
επιδοκιμασία
? — одобрение
#
(ново)греческий словарь
—
αντιδυναστικός
—
ανεξήγητος
—
ασυνεχής
—
ανακλητός
—
αχαμπήλωτος
—
ψυχοπονιάρης
—
πισωκωλώνω
—
συγκεφαλαίωση
—
λαναριστήριον
—
ηχοληψία
—
αυτοκρατορισμός
—
αμφιδετώ
—
ξαγρυπνιά
—
υμένας
—
διακυλίω
—
γλυκοκοιτάζω
—
μηχανορραφώ
—
αντιχαιρετίζω
—
σφυγμομετρώ
—
τρίτομος
—
λειώσιμο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,