εμψυχώνομαι

формы словаβ
εμψυχώνομαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εμψυχώνομαι? —


εκτυπωτήςγαστρεντερίτιδααφοβίαμουαρέεπιστημονικάΠαναμέζαΟψίκιονπτέρωσηχειροτερεύσηκινητοποιημένοςμετοχάρηςαξενύσταχτοςφιστικύςμερικότηταβυνοποίησηβιβλιοκρίτηςξεμυάλισμαστάντσασκαληνόςμάνικασκαλί




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit