Новогреческий словарь
αλαφροποινίτισσα
αλαφροποινίτισσα
η
понёсшая лёгкое наказание
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
понёсшая лёгкое наказание
? —
αλαφροποινίτισσα
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλαφροποινίτισσα
? — понёсшая лёгкое наказание
#
(ново)греческий словарь
—
σταθμητικός
—
γούνινος
—
γαλάκτωση
—
καλοτρώω
—
αράχαλος
—
αλεπουδιά
—
εμφυής
—
τροχαίος
—
γήμορο
—
νεοπλαστία
—
μίλτινο
—
κοιτωνίσκος
—
συκή
—
αστέρινος
—
λεπτογραμμένος
—
αγρονθοκόπητος
—
φάράγγι
—
φτώχεμα
—
επιδίωξη
—
μούλκι
—
σπαυδαιοφανής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,