Новогреческий словарь
δεματιάρης
δεματιάρης
ο 1)
вязальщик
(снопов);
2)
упаковщик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вязальщик
? —
δεματιάρης
как на
(ново)греческом
будет слово
упаковщик
? —
δεματιάρης
как с
(ново)греческого
переводится слово
δεματιάρης
? — вязальщик, упаковщик
#
(ново)греческий словарь
—
ισορροπημένος
—
μηνιγγίτιδα
—
αυτοκατάκριτος
—
σαγηνευτικός
—
κοιλάς
—
μικροχειρουργική
—
ένεδρος
—
ωκύπτερος
—
καταφατικώς
—
παρενθετικός
—
ξεμολογιούμαι
—
ξυλοσπάστης
—
εξωγκωμένος
—
γαργιάρης
—
βλεννορραγία
—
πρόκομμα
—
γναφευτική
—
σβεστήρας
—
εκτελεστής
—
αντιμωλία
—
κατατρύχω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,