Новогреческий словарь
εξιδρωματικός
εξιδρωματικός
мед.
экссудативный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
экссудативный
? —
εξιδρωματικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
εξιδρωματικός
? — экссудативный
#
(ново)греческий словарь
—
εγκυμονώ
—
βοοειδής
—
προκοίλι
—
ανθηση
—
διαβρωτικός
—
μοναρχικός
—
γλαφυρότητα
—
αποσχηματίζω
—
φουγάρο
—
παγωνιά
—
πλόϊμος
—
μουσουλίνα
—
ζημιάρικος
—
αγγελάκι
—
Γεωργιανή
—
αεριογόνο
—
γυμνόσκελος
—
πρόσηβος
—
κακκαβιά
—
διαβροχή
—
αίθριο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,