Новогреческий словарь
ιεροσπουδαστής
ιεροσπουδαστ|ής
ο
семинарист
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
семинарист
? —
ιεροσπουδαστής
как с
(ново)греческого
переводится слово
ιεροσπουδαστής
? — семинарист
#
(ново)греческий словарь
—
ακριμάτιστος
—
σπιριτουαλισμός
—
απροσάρμοστος
—
ενδιάμεσο
—
προγνώστης
—
γαλέρα
—
πολυγράφος
—
κλώσσισμα
—
δοξολόγημα
—
αταλάντωτος
—
αποσώνω
—
παρακάλεση
—
τελειώνω
—
γεροντάκης
—
αρχαιολατρία
—
Κύκλωψ
—
ψωμότυρο
—
καφετιέρα
—
ποδηγέτης
—
προεκτείνω
—
αναγνωρισμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,