Новогреческий словарь
πιεστικά
πιεστικά
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
πιεστικά
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ανθρώπινα
—
εξοτμιστικός
—
κακογουστιά
—
γιγαντισμός
—
ευωδία
—
νεοζωϊσμός
—
κατακόβω
—
τσικνίζω
—
κοσμία
—
επιθεωρησιακός
—
επίστεψη
—
επωαστήρας
—
μηνυτής
—
αποσπεριάτικος
—
αντιδημοκρατικός
—
εδωδιμοπώλης
—
ενθάδε
—
ξαγναντεύω
—
περιβολάκι
—
δυσκολεύομαι
—
πολυαγαπημένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,