εορταστικός

формы словаβ
εορταστικός
праздничный;
          ~ή όψις τής πόλεως — праздничный вил города



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово праздничный? — εορταστικός
как с (ново)греческого переводится слово εορταστικός? — праздничный


αποτύπωσηαγέρωχοςανομολόγητοςπολωτήςκρεατώνωξέρασαχοντροκομμένοςταρτουφισμόςαχυρίηλεκτροσυγκολλητήςυποστηριχτήςμουσικομανίακουτσοπερνάωξεμυγιάζωέντιμαζαχρυσοποιίαδάδιασμααμερολήπτωςμαμμόθρεφτοςαυθεντικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit