Новогреческий словарь
στεντόρειος
στεντόρει|ος
громкий, оглушительный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
громкий
? —
στεντόρειος
как на
(ново)греческом
будет слово
оглушительный
? —
στεντόρειος
как с
(ново)греческого
переводится слово
στεντόρειος
? — громкий, оглушительный
#
(ново)греческий словарь
—
γαμίκος
—
ματικάπι
—
αλεξίπυρον
—
έκτακτος
—
αγαλβάνιστος
—
πολέμαρχος
—
ολιγωρία
—
πετροβόλημα
—
πισινά
—
αερόσφαιρα
—
ιαμβογράφος
—
τροχιστής
—
εισιτηριοδιαφυγή
—
πάς
—
ομαλότητα
—
φουφούλα
—
μεταφόρτωση
—
ασπρούλης
—
φαφλατίζω
—
εκπροσώπευση
—
αγαλματόλιθος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,