δημαγωγὠ

формы словаβ
δημαγωγὠ



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δημαγωγὠ? —


ρέγγαφρεάτιοςαντεκδίκησηάσκαβοςνομογραφίαδημοσυντήρητοςποιητάκοςξεδιαλέγωεπισάττωσυνέπηξααπαγορεύσιμοςθεοδολίδιονμεταλλαγωγόςορχούμαιαμασκάληφωσφορισμόςτρίπουςαυτοσυστήνομαιεπίλογοςεξευγενισμόςνεπωτισμός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit