Новогреческий словарь
επινοηματικός
επινοηματικός
изобретательный, находчивый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
изобретательный
? —
επινοηματικός
как на
(ново)греческом
будет слово
находчивый
? —
επινοηματικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
επινοηματικός
? — изобретательный, находчивый
#
(ново)греческий словарь
—
γονιμοποιός
—
γεράνι
—
συγκεφαλαιωτικός
—
περικοκλάδα
—
Ιταλός
—
σεισμόγραμμα
—
στραγαλατζίδικο
—
κομπορρημονώ
—
ψευδολόγος
—
ευλογιάζω
—
πρωτοβρόχι
—
φιλοχρήματος
—
ζωοτροφία
—
στοιχειοθετώ
—
στεγάσιμος
—
ανάκουος
—
ζέβρα
—
τσακωμός
—
εξιδιασμένος
—
κερασιά
—
διαλεκτικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,