Новогреческий словарь
γαρμπάτος
γαρμπάτ|ος
изящный, элегантный
(об одежде)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
изящный
? —
γαρμπάτος
как на
(ново)греческом
будет слово
элегантный
? —
γαρμπάτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
γαρμπάτος
? — изящный, элегантный
#
(ново)греческий словарь
—
φουσάτο
—
υπεριώδης
—
κωβώνι
—
διαμαρτυρόμενος
—
στερεοτυπείο
—
χρυσίζω
—
ευερέθιστος
—
αποψύχω
—
ενωρίς
—
υποψηφιότητα
—
αφθαρσία
—
ξεπροβοδίζω
—
οπόσος
—
βάκτρο
—
γαλάζια
—
κυστεοσκόπηση
—
παιγνιόχαρτο
—
σιντέφι
—
κατάσβεση
—
ενιστικός
—
γείτων
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,