Новогреческий словарь
σιφωνίζω
σιφωνίζω
переливать (жидкость) с помощью сифона
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
переливать с помощью сифона
? —
σιφωνίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
σιφωνίζω
? — переливать с помощью сифона
#
(ново)греческий словарь
—
εκχύμωση
—
κρατικοποιώ
—
ανακυκλίζω
—
ζάπι
—
πιτηδειοσύνη
—
αντιπυροβόλησις
—
αρτηρία
—
δαφνώνας
—
βάθη
—
τένοντας
—
επιμερίζω
—
γεράματα
—
αιτιολογημένος
—
υστερόχρονος
—
αντιπροσωπευτικό
—
εκθάμβωση
—
απόσβεση
—
κρετσέντο
—
οπισθογράφηση
—
αστικοδημοκρατικός
—
κώλυμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,